Κωνσταντίνα Κοτταρίδη / Ένα success story και μια unsuccessful πραγματικότητα

Ένα success story και μια unsuccessful πραγματικότητα

Της Κωνσταντίνας Κοτταρίδη*

Η έξοδος από τα μνημόνια, το τέλος δηλαδή των δανειακών συμβάσεων με τους εταίρους, μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους.

Η κυβέρνηση, όσο βαδίζουμε προς τις εκλογές, θα υψώνει τους τόνους και θα υπογραμμίζει πως είναι εκείνη που έβγαλε τη χώρα από «τη μέγγενη» των δανειστών.

Η αντιπολίτευση, από την άλλη, θα συζητά τη λήξη του τρίτου μνημονίου στο οποίο η ίδια η κυβέρνηση έβαλε τη χώρα και θα επισημαίνει το δύσκολο οικονομικό κλίμα.

Ποια είναι η πραγματικότητα;

Σαφώς η έξοδος από τα μνημόνια είναι, ως αυτόνομο γεγονός, θετικό, ιδιαίτερα μετά από οκτώ χρόνια δανειακών συμβάσεων.

Αν ανοίξει η εικόνα όμως, και δούμε πιο προσεκτικά την πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας, το πρόσημο γίνεται αρνητικό.

Εν πρώτοις, η έξοδος από τα μνημόνια, θα έπρεπε να σηματοδοτεί, όπως έγινε και με άλλες χώρες, την επανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και άρα την περίφημη έξοδο στις αγορές, δηλαδή, την ικανότητα, και πάλι, της χώρας, να βασίζεται στη δική της αξιοπιστία και να βρίσκει κεφάλαια στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα, πολλώ δε μάλιστα το αντίθετο, δεδομένης της αυξανόμενης τάσης της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου.

Αυτό, ασφαλώς σχετίζεται και με τις διεθνείς συγκυρίες, ιδιαίτερα το πρόβλημα της Ιταλίας.

Η ευθραυστότητα της ελληνικής οικονομίας και οι έντονοι τριγμοί από τις διεθνείς συγκυρίες αποδεικνύει ότι, δυστυχώς, η χώρα, δεν έχει καταφέρει να οικοδομήσει γερά θεμέλια που θα την προφυλάσσουν από εξωτερικούς κινδύνους.

Τέτοια θεμέλια επί παραδείγματι, είναι η λειτουργία των θεσμών.

Η Παγκόσμια Τράπεζα στον δείκτη για τις επιδόσεις 214 χωρών το 2017, κατατάσσει την Ελλάδα στον δείκτη «κυβερνητικής αποτελεσματικότητας» από την 96η θέση το 2016 στην 101η της λίστας, κάτω από πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Ο δείκτης για την «ποιότητα των θεσμών και των κανονισμών» με τον οποίο επιχειρείται η καταγραφή της ικανότητας ενός κράτους να εφαρμόζει φιλικές προς την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα πολιτικές, έχει υποχωρήσει στις 63 μονάδες από 64 που ήταν τρία χρόνια πριν και 78 πριν από μία δεκαετία.

Η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα και από τη γειτονική Βουλγαρία…

Το «κράτος δικαίου» υποχωρεί συνεχώς από το 2015 και μετά, και η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από χώρες όπως η Ρουμανία, η Ιορδανία και η Ναμίμπια.

Αυτά, τα γνωρίζουν πολύ καλά οι επενδυτές που ξέρουν να «διαβάζουν» ένα κράτος και γι΄αυτό απομακρύνονται σταδιακά.

Επιπρόσθετα, το χρηματιστήριο θα έπρεπε κανονικά να κάνει ράλι μετά από την έξοδο από το τρίτο μνημόνιο, ωστόσο το παρατηρούμε να «χαροπαλεύει» ημέρα με την ημέρα.

Το ίδιο και οι καταθέσεις οι οποίες, παρά την οριακή τους αύξηση, βρίσκονται πολύ χαμηλότερα, σχεδόν κατά 30 δισ., από τον Νοέμβριο του 2014.

Επιπλέον αυτών, η υψηλή φορολόγηση, τα αυξανόμενα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, το ακόμα άλυτο πρόβλημα των κόκκινων δανείων, συνιστούν έναν φαύλο κύκλο στον οποίο έχει εγκλωβιστεί η Ελλάδα.

Υπό το πρίσμα δε του έντονα πλέον διαφαινόμενου πολιτικού κινδύνου, με τη μακρά προεκλογική περίοδο αλλά και το ενδεχόμενο να μην υπάρξει σταθερή κυβέρνηση τα επόμενα χρόνια, καθώς θα μεσολαβήσει σύντομα η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας που ενδεχόμενα «ρίξει» και πάλι τη νέα κυβέρνηση, συνιστά εξαιρετικό κίνδυνο για τους επενδυτές, οι οποίοι θα μπορούσαν να δώσουν τεράστιες ενέσεις ρευστότητας, απασχόλησης και εντέλει ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Τούτο διότι η απλή αναλογική που έχει ψηφιστεί, σε αυτή  την περίπτωση, θα βάλει τη χώρα σε μεγάλη περιπέτεια ακυβερνησίας.

Και πάντως, η περίφημη έξοδος από τα μνημόνια με το τέλος των δεσμεύσεων έχει λανθασμένη ερμηνεία.

Είναι γνωστό ότι η χώρα έχει δεσμευτεί για περαιτέρω μέτρα τα οποία θα κληθεί να υλοποιήσει.

Ένα από αυτά, την περαιτέρω μείωση των συντάξεων, που,  σημειωτέον, δεν ήταν όρος του τρίτου μνημονίου αλλά συμφωνία του τότε Υπουργού με το πρώτο άρθρο του νόμου 4472/2017, την αποφύγαμε προς το παρόν.

Ωστόσο, έχουμε πολλές ακόμα δεσμεύσεις, όπως η μείωση του αφορολόγητου, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα κ.ο.κ., και οπωσδήποτε στενή εποπτεία από τους δανειστές.

Αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη

Εν κατακλείδι, η έξοδος από τα μνημόνια είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη να βάλει τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης.

Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι υψηλοί και αυτούς διαβάζουν πολύ προσεκτικά οι επενδυτές.

Αλλά δεν χρειάζεται να είναι κάποιος επενδυτής για να αντιληφθεί τη δύσκολη πραγματικότητα.

Τη βιώνει ο απλός πολίτης καθημερινά και αγωνιά…

*Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς,

Διευθύντρια του Εργαστηρίου Βιοοικονομίας και Βιώσιμης Ανάπτυξης και του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στη Βιοοικονομία.