Γαλλία: Εμπόδια στην ερευνητική δημοσιογραφία

Κρίση στη γαλλική Δεξιά

Δημοσιογράφοι που ασχολούνται με την ερευνητική δημοσιογραφία και προβαίνουν σε αποκαλύψεις με πολιτικό αντίκτυπο βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι στη Γαλλία με εξονυχιστικές ανακρίσεις από μυστικές υπηρεσίες.

Το Disclose είναι ένα ονλάιν πόρταλ στη Γαλλία, γνωστό για τα ερευνητικά και αποκαλυπτικά ρεπορτάζ του. Σε πρόσφατο βίντεο που προκάλεσε σάλο γαλλικά τανκς εμφανίζονται σε πολεμική σύρραξη στην Υεμένη. Ένας εκ των δημοσιογράφων ο Ματίας Ντεστάλ εξηγεί για ποιούς λόγους ο ίδιος και η ομάδα του πιστεύουν ότι η κρατική γαλλική βιομηχανία οπλικών συστημάτων Nexter προμήθευσε όπλα και τανκς στη Σαουδική Αραβία, η οποία τα χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων και για επιθέσεις κατά αμάχων.

Όπως ισχυρίζεται η δημοσιογραφική ομάδα, η γαλλική κυβέρνηση το γνώριζε. Το επίμαχο ρεπορτάζ όχι μόνο προκάλεσε σοκ στο γαλλικό κοινό αλλά και έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της γαλλικής κυβέρνησης, η οποία επέρριψε κατηγορίες στον Ντεστάλ και την ομάδα του για αποκάλυψη κρατικών μυστικών. O Nτεστάλ και άλλα μέλη της δημοσιογραφικής ομάδας ανακρίθηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες.

«Μας υποδέχθηκαν δύο γυναίκες αξιωματικοί, οι οποίες μας οδήγησαν τέσσερεις ορόφους κάτω από το έδαφος σε ένα δωμάτιο ανακρίσεων. Ήταν τρομακτικό» ανέφερε ο Ντεστάλ στη DW. Σύμφωνα με τον ίδιο οι ανακριτές έθεσαν σειρά ερωτημάτων για τη συντακτική πολιτική του Disclose, τις πηγές χρηματοδότησής του και για το κατά πόσο η δημοσιογραφική ομάδα αντιλαμβάνεται τον όρο «κρατικά μυστικά». Ο ίδιος ανέφερε ότι κάποιοι από τους συναδέλφους του ρωτήθηκαν επίσης για αναρτήσεις που έκαναν στα προσωπικά προφίλ τους σε facebook και twitter.

«Επίθεση στην ερευνητική δημοσιογραφία»

Στην περίπτωση του Ντεστάλ και της ομάδας του ενδέχεται να επιβληθεί ποινή φυλάκισης έως και πέντε χρόνων ή η καταβολή προστίμου έως και 75.000 ευρώ. Το Disclose δεν είναι το μόνο μέσο που έχει βρεθεί στο στόχαστρο της γαλλικής κυβέρνησης. Και δημοσιογράφοι της Le Monde, μεταξύ των οποίων και ο διευθύνων σύμβουλος της μεγάλης σε κυκλοφορία γαλλικής εφημερίδας, έχουν ανακριθεί το τελευταίο τρίμηνα σχετικά με ρεπορτάζ για προμήθειες όπλων στην Υεμένη αλλά και την περίφημη υπόθεση Μπεναλά, του πρώην σωματοφύλακα του Εμ. Μακρόν.

Σύμφωνα με την Αντές Μεβέλ, εκπρόσωπο των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα στο Παρίσι, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται για μια επίθεση στην ερευνητική δημοσιογραφία. «Το ότι οι μυστικές υπηρεσίες ανακρίνουν δημοσιογράφους είναι πρόβλημα, αλλά μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτές οι ανακρίσεις έχουν γίνει μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα», αναφέρει η ίδια. Όπως σημειώνει ότι αντίστοιχες πρακτικές πέραν του ότι κοστίζουν σε χρόνο και χρήμα ενδέχεται να λειτουργήσουν αποτρεπτικά ή ακόμη και εκφοβιστικά προς δημοσιογράφους και ΜΜΕ που προβαίνουν σε αποκαλύψεις.

Η σχέση γαλλικών κυβερνήσεων – ΜΜΕ ήταν πάντα δύσκολη

Σύμφωνα με τον Ζαν-Mαρί Σαρόν από το γαλλικό πανεπιστημιακό ίδρυμα EHESS τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία η αυστηροποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας προσέφερε κατάλληλο έδαφος για τον περιορισμό της δημοσιογραφικής ελευθερίας. Ο ίδιος σημειώνει ότι ακόμη και στην κάλυψη των διαδηλώσεων των «κίτρινων γιλέκων» παρατηρήθηκε μια τάση στοχοποίησης δημοσιογράφων για την κάλυψη των γεγονότων. «Η αστυνομία έχει χτυπήσει δημοσιογράφους, κατάσχεσε ή κατέστρεψε επίσης δημοσιογραφικό υλικό σε 105 περιπτώσεις. Όλα αυτά στέλνουν το μήνυμα ότι υπάρχουν περιοχές, στις οποίες οι δημοσιογράφοι δεν θα πρέπει να μπλέκουν», αναφέρει ο Ζαν-Mαρί Σαρόν συμπληρώνοντας ότι και στο παρελθόν η σχέση των γαλλικών κυβερνήσεων με τα γαλλικά μέσα ήταν δύσκολη, ωστόσο επί Μακρόν έχει επιδεινωθεί. «Ο Μακρόν μοιάζει να πιστεύει ότι ο Τύπος πρέπει να κρατείται υπό έλεγχο» επισημαίνει ο ίδιος.

Από την πλευρά της η γαλλική κυβέρνηση αρνείται τις αιτιάσεις. Ο Ραφαέλ Γκοβέν, βουλευτής του κόμματος του Εμ. Μακρόν, απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δημοσιογράφοι στη Γαλλία στοχοποιούνται. «Είναι απλώς απολύτως φυσιολογικό να διενεργούνται ανακρίσεις, όταν αποκαλύπτονται κρατικά μυστικά» αναφέρει χαρακτηριστικά συμπληρώνοντας ότι «πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη στη λειτουργία της δημοκρατίας και του συστήματος απονομής δικαιοσύνης».

Πηγή:DW