Επιτροπή παιγνίων: Το δημόσιο που όλοι απεχθανόμαστε

Επιτροπή Παιγνίων: Το δημόσιο που όλοι απεχθανόμαστε

Του Χρ. Τσαλικίδη
Πριν από μερικές ημέρες έφτασε στα γραφεία μας μια επιστολή συνοδευόμενη από κάποια έγγραφα μέσα από τα οποία μπορούσε κανείς να διαπιστώσει άλλη μια απίστευτη περίπτωση τραγικής λειτουργίας ενός τμήματος του ελληνικού δημοσίου και δη μιας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής.

Μετά από τόσα χρόνια «μεταρρυθμίσεων» και δομικών αλλαγών στη δημόσια διοίκηση και τη λειτουργία του κράτους, θα περίμενε κανείς τα βασικά, τα οποία σε πολλές χώρες φαίνονται ξεπερασμένα. Κι όμως στην Ελλάδα του 2018 δεν μπορούν ούτε τα αυτονόητα να γίνουν, πολύ περισσότερο δε, να μπορέσει να λειτουργήσει μια εταιρία και να αυξήσει τον κύκλο εργασίας της, να «ρίξει» λεφτά στην αγορά, να προσφέρει έσοδα στο κράτος.

Από τα έγγραφα που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι μια από τις εμπίπτουσες στις μεταβατικές διατάξεις και  προσωρινά αδειοδοτημένες εταιρίες  διαδικτυακού τζόγου αιτήθηκε από την Επιτροπή Παιγνίων ή ΕΕΕΠ την άδεια να προχωρήσει σε επέκταση των διαφημιστικών της ενεργειών, δηλαδή να «παίξει» σποτάκια σε ακόμα περισσότερα ραδιόφωνα από αυτά που μέχρι τότε έπαιζε. Προσοχή, μιλάμε για σποτάκια με μηνύματα που ήδη είχαν λάβει έγκριση από την ΕΕΕΠ, όχι για κάποια καινούρια ενέργεια, καινούριο μήνυμα, καινούριο σποτ ή κάτι τέλος πάντων διαφορετικό από αυτά που είχε εγκρίνει η συγκεκριμένη επιτροπή. Για να παίξει το ίδιο σποτ, το ίδιο μήνυμα και το ίδιο περιεχόμενο απλά σε περισσότερα ραδιόφωνα ζητήθηκε η έγκριση. Ποια ήταν η απάντηση; Η απάντηση λοιπόν ήρθε με το κλασικό πατροπαράδοτο ταχυδρομείο, με το οποίο φυσικά κανείς δεν έχει πρόβλημα, αν και εν έτει 2018 θα μπορούσε να είχε έρθει απάντηση αρχικά με e-mail και ας υπήρχε και με ταχυδρομείο το πρωτότυπο. Όμως εκεί που αρχίζει το πρόβλημα  αρχίζει και η σχιζοφρένεια του ελληνικού δημοσίου είναι στο περιεχόμενο της απάντησης της Επιτροπής.

Η Επιτροπή Παιγνίων λοιπόν, μια επιστολή η οποία έχει συνταχθεί στις 7/11/18, τη στέλνει με ταχυδρομείο στις 9/11/18 ημέρα Παρασκευή, όπως προκύπτει από τη σφραγίδα του ταχυδρομείου, και ζητά από την εταιρία να υποβάλει «στην Αρχή τον κατάλογο των μέσων μετάδοσης με τα οποία συνεργάζεστε στο πλαίσιο υλοποίησης του ήδη εγκεκριμένου σχεδίου εμπορικής επικοινωνίας, καθώς και τον κατάλογο των μέσων μετάδοσης τα οποία θα χρησιμοποιηθούν κατά τη μετάδοση της ραδιοφωνικής εμπορικής ανακοίνωσης σε εκπομπές ποικίλης ύλης». Ως εδώ καλά θα λέγαμε και θα σκεφτόμασταν ότι η Επιτροπή ζητά τα αυτονόητα, απλά έχει χάσει το τρένο της επικοινωνίας μιας και έχει μείνει στην εποχή του ταχυδρομείου την ώρα που γύρω μας όλα κινούνται με μεγάλες ταχύτητες.

Το «κλειδί» όμως βρίσκεται παρακάτω και ξεκλειδώνει τις «πύλες της κολάσεως», όταν αρχικά αναφέρει «η παραπάνω υποβολή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέχρι την 12.11.2018». Όμως ο φάκελος στάλθηκε στις 09.11.2018 με ταχυδρομείο, χωρίς να έχει καμία πρόβλεψη για να φτάσει στην ώρα του καθώς ούτε Α’ προτεραιότητας ήταν, ούτε τίποτε. Έτσι έφτασε στις 15.11.2018 και ζητούσε αν είναι δυνατόν να έχει απαντήσει η εταιρία τρεις μέρες νωρίτερα από την παραλαβή του αιτήματος δηλαδή στις 12.11.2018. Μα τι ζούμε, Θεέ μου, θα έλεγε κανείς και δεν θα είχε άδικο. Όμως η τρέλα δεν σταματούσε εκεί, με την ΕΕΕΠ να συμπληρώνει ότι, αν δεν απαντήσει η εταιρία στις 12.11.2018 που δεν ήξερε καν το αίτημα, η «Υπηρεσία θα επανεξετάσει τη σχετική έγκριση».

Τι σημαίνει αυτό; Ότι η ΕΕΕΠ, αφού ζητά να πάρει τη λίστα των νέων ραδιοφωνικών σταθμών που θα παίξουν ένα εγκεκριμένο από την ίδια σποτ σε ημερομηνία που δεν μπορεί να γίνει αυτό, καθώς το αίτημα της έφτασε τρεις ημέρες μετά, απειλεί ότι θα επανεξετάσει τη σχετική έγκριση αν δεν πάρει λίστα με τα νέα ραδιόφωνα. Δηλαδή μια τρέλα, μια απίστευτη κατάσταση, μια ακόμα ιστορία για το ελληνικό δημόσιο, το δημόσιο του σήμερα, το οποίο μοιάζει τόσο με το «χθες» και ίσως και με το «προχτές».

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Politik την Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018