Ζάχρος: «Απαραίτητος ο εκσυγχρονισμός του Π.Κ.»

Ζάχρος: «Απαραίτητος ο εκσυγχρονισμός του Π.Κ.»

Τις αλλαγές που προορίζονται για να εφαρμοστούν στον νέο Ποινικό Κώδικα, ανέλυσε από την επιστημονική τους πλευρά, στην εκπομπή «Politik-Μιλάμε Πολιτικά» στο Flash Radio 99.4 της Θεσσαλονίκης και στον Θόδωρο Παπαδόπουλο, ο δικηγόρος Θανάσης Ζάχρος.

«Είναι ένα νομοθέτημα το νέο σχέδιο του Ποινικού Κώδικα το οποίο θα εκσυγχρονίσει επί της ουσίας την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Θα εξορθολογήσει τα πλαίσια ποινών. Και σίγουρα είναι ανάλογο με την τωρινή ελληνική πραγματικότητα και με την διεθνή πρακτική», τόνισε από την πλευρά του ο Θ. Ζάχρος, προσθέτοντας πως «μιλάμε για 10 έτη προετοιμασίας ενός νομοθετήματος, το οποίο έχει συνταχθεί και έχουν συμμετάσχει οι καλύτεροι, οι άριστοι νομικοί της χώρας μας. Φρονώ, και πάντα μιλώ νομικά, ότι έχει όλες τις εγγυήσεις της επιστημονικής κατάρτισης, και ίσως είναι το πιο πλήρες νομοθέτημα τουλάχιστον των τελευταίων 15 ετών».

«Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου του 1950. Όλοι οι νόμοι θα πρέπει να εξετάζονται και να ερμηνεύονται και ιστορικά. Υπήρχαν συγκεκριμένες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας εκείνο το χρονικό διάστημα, οπότε πολύ σωστά και πολύ σκόπιμα είχε τεθεί σε εφαρμογή, αλλά έχουν παρέλθει πλέον 70 χρόνια».

Όσον αφορά τον συγκεκριμένο νόμο, όπως τόνισε «φεύγουν τελείως από την έννοια του Δημοσίου, οι τράπεζες, κάτι το οποίο έπρεπε να έχει γίνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ούτως ή άλλως καταργείται ο νόμος 1608/1950 περί καταχραστών του Δημοσίου, από την έννοια όμως του Δημοσίου φεύγουν τελείως οι τράπεζες. Έως τώρα όποιος τελούσε οικονομικό έγκλημα κατά τράπεζας θεωρούνταν καταχραστής του Δημοσίου και πήγαινε με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του 1608/1950. Πλέον θα θεωρείται πάλι επιβαρυντική περίσταση, ούτως ή άλλως αν παθόν είναι το Δημόσιο, πλην όμως Δημόσιο δε θα θεωρούνται οι τράπεζες».

Για την διάταξη περί διεύθυνσης της εγκληματικής οργάνωσης:

Σε ερώτηση που δέχθηκε σχετικά με την διάταξη που αφορά την διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, κατηγορία με την οποία βαρύνονται τα μέλη στη περιβόητη δίκη της Χρυσής Αυγής, ο Θ. Ζάχρος τόνισε ότι «εκεί λοιπόν η συγκρότηση και η ένταξη σε εγκληματική οργάνωση όπως ισχύει τώρα, απειλεί ποινή καθείρξεως 5 έως 10 έτη, ενώ ο διευθύνων την εγκληματική οργάνωση 10 έως 20 έτη κάθειρξη. Και το σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα, προβλέπει ποινή καθείρξεως 5 έως 10 έτη για την συγκρότηση και ένταξη για την “απλή” μορφή του, ενώ τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, τη θεωρεί επιβαρυντική περίσταση. Ως εκ τούτου διαμορφώνεται και εκεί καινούργιο πλαίσιο ποινής για αυτόν που διευθύνει και σύμφωνα με τις νέες διατάξεις απειλείται πλέον εν τοις πράγμασι, ποινή καθείρξεως 15 ετών.

Θεωρώ ότι τα νομοθετήματα θεσπίζονται για να ρυθμίζουν κοινωνίες και όχι για να ρυθμίζουν μεμονωμένες περιπτώσεις κατηγορουμένων και περιπτώσεων. Αυτό είναι ένα δεδομένο. Όσον αφορά δε το γεγονός που εγώ υποστηρίζω, το πλαίσιο ποινής της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης που είναι και επίκαιρο ζήτημα σε συνδυασμό με την περίπτωση της Χρυσής Αυγής, είναι εναρμονισμένο, με το πλαίσιο ποινής το οποίο διέπει ούτως ή άλλως το νέο σχέδιο του Ποινικού Κώδικα».

Πλημμέλημα η κατοχή εκρηκτικών υλών, κακούργημα η χρήση

Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την διάταξη που αφορά τις εκρηκτικές ύλες, ο Θ. Ζάχρος εκτίμησε ότι «εκεί πράγματι υπάρχει μια τομή ως προς την ποινική αντιμετώπιση της κατοχής των εκρηκτικών υλών. Γιατί η χρήση τους παραμένει κακούργημα. Η κατοχή με σκοπό την χρήση αποτελούσε κακούργημα και μάλιστα ένα βαρύ κακούργημα το οποίο απειλούσε ποινή καθείρξεως έως 20 έτη. Με την νέα τροποποίηση του καινούργιου σχεδίου του Ποινικού Κώδικα, απειλείται ποινή φυλακίσεως για πλημμεληματική παράβαση πλέον μέχρι 3 έτη».

Τέλος, σε ερώτηση που δέχθηκε σχετικά με τον νέο ορισμό του εγκλήματος του βιασμού, ο Θ. Ζάχρος διατύπωσε ότι προσωπική του γνώμη αποτελεί «ότι η νέα διατύπωση, η οποία ουσιαστικά αναπαράγει την παλιά επί της ουσίας, δεν έχει ιδιαίτερες τουλάχιστον διαφορές, και είναι απολύτως ασφαλής και απολύτως στεγανή. Ο νομοθέτης εδώ ξέρει ότι αν έμπαινε στην νομοτυπική μορφή του εγκλήματος του βιασμού, η έννοια της συναίνεσης, θα ήταν πολύ δύσκολο να καταδικάσουμε. Θα λειτουργούσε αντίστροφα και αντίθετα για τα θύματα του βιασμού, γιατί έχει πάρα πολλές αποδεικτικές δυσχέριες η έννοια της συναίνεσης».