Πάνω από 9 δισ. οι γερμανικές οφειλές απ’τον Α’ Παγκόσμιο!

Κατατέθηκε στη Βουλή η τροπολογία για την 13η σύνταξη

Του Γιάννη Συμεωνίδη

Συζητείται σήμερα Τετάρτη στην Ολομέλεια της Βουλής, δύο χρόνια μετά από την ολοκλήρωσή του, το πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών.

Με βάση αυτό, η χώρα μας θεωρεί νομικώς ενεργές τις απαιτήσεις της (Δημοσίου και ιδιωτών) έναντι της Γερμανίας όχι μόνο από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά κι από τον Α’.

Σύμφωνα με την Έκθεση της Επιτροπής που έχει στη διάθεσή του το Politik, από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών προκύπτει ότι οι ζημίες Ελλήνων ιδιωτών παραπέμφθηκαν στο Μικτό Ελληνογερμανικό Διαιτητικό Δικαστήριο που συνεδρίαζε στο Παρίσι.

Κατόπιν έκδοσης αρκετών εκατοντάδων αποφάσεων οι περισσότεροι Έλληνες δικαιούχοι εισέπραξαν πριν το 1932 περίπου το 20% των επιδικασθέντων ποσών.

To 1972 το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Γερμανία οφείλει να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για τη ρύθμιση των αποζημιώσεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά από επίπονες και μακρές διαπραγματεύσεις, την 13η Ιουνίου 1974 συνήφθη στη Βόνη σχετική ελληνογερμανική συμφωνία βάσει της οποίας η γερμανική κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει 47.000.000 μάρκα στην Ελλάδα σε δύο δόσεις.

Πράγματι, το 1979, το 1981 και το 1986 (μετά από 70 έτη) καταβλήθηκαν στους δικαιούχους (κυρίως κληρονόμους) τα τελευταία ποσά που αφορούσαν σε αποζημιώσεις ιδιωτών της χρονικής περιόδου 1914-1916.

Σύμφωνα, πάντως, με το πόρισμα της Βουλής, η ελληνογερμανική συμφωνία του 1974 ουδόλως θίγει το νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας να προβάλει περαιτέρω δημόσιες και ιδιωτικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της εμπόλεμης κατάστασης, δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα, δεν ρυθμίζονται σε αυτήν τη συμφωνία και παραμένουν ενεργές.

Υπάρχουν, παραλλήλως, και οι επανορθώσεις από τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στη Διάσκεψη στο Σπα του Βελγίου, τον Ιούλιο του 1920, καθορίστηκε το αναλογούν ποσοστό στη χώρα μας σε 0,4% επί του συνολικού ποσού που επρόκειτο να καταβάλει η Γερμανία.

Το Σχέδιο Γιανγκ που εκπονήθηκε το 1929 όριζε το ποσό για την Ελλάδα στα 485.975.000 χρυσά μάρκα, το πρώτο μέρος του οποίου, ύψους 272.575.000 χρυσών μάρκων, έπρεπε να καταβληθεί σε 34 δόσεις από το 1932 μέχρι το 1966, ενώ το δεύτερο μέρος, ύψους 213.400.000 χρυσών μάρκων, έπρεπε να καταβληθεί σε 22 δόσεις από το 1967 μέχρι το 1988.

Στη Λοζάνη, το 1932, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποδέχθηκαν τη δήλωση της Γερμανίας πως αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της.

Η Ελλάδα, όμως, δεν προσυπέγραψε τα σχετικά κείμενα, επιφυλαχθείσα να αποφασίσει σε μεταγενέστερο χρόνο.

Από τις 9 Ιουλίου 1932 και μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γερμανία δεν κατέβαλε κανένα ποσό στην Ελλάδα, ενώ μέχρι το 1932 είχε καταβάλει 7.275.380 χρυσά μάρκα.

“Εκκρεμής και πλήρως ενεργός αξίωση”

Η προκύπτουσα διαφορά των 478.699.620 χρυσών μάρκων (9.189.270.837 ευρώ με βάση σχετική έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στις 31/12/2014) αποτελεί την απαίτηση της Ελλάδας “εκ παλαιών επανορθώσεων”, βάσει του κυρωθέντος με τη Συνθήκη της Χάγης Σχεδίου Γιανγκ.

Είναι σαφές ότι η ρητή πρόβλεψη στη Συμφωνία του Λονδίνου περί εξωτερικών γερμανικών χρεών του 1953 περί αναβολής της εξέτασης του θέματος των οφειλόμενων στην Ελλάδα επανορθώσεων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ουδόλως θέτει ζήτημα ανυπαρξίας ή αποδυνάμωσης ή παραγραφής της αξίωσης αυτής, που παραμένει εκκρεμής και πλήρως ενεργός”, επισημαίνεται στο πόρισμα της Βουλής.