Εγγυητές και για χρέη προς το Δημόσιο

Εγγυητές και για χρέη προς το Δημόσιο

Της Μίνας Αφεντούλη

Ενώπιον μίας ακόμη ιστορίας φορολογικής τρέλας βρίσκονται πλέον οι Έλληνες φορολογούμενοι, καθώς όπως φαίνεται, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο η Εφορία διεκδικεί τις οφειλές. Στην προσπάθεια του να αποσπάσει τα μέγιστα από τους οφειλέτες, το ελληνικό Δημόσιο  καταφεύγει στις εισπρακτικές πρακτικές, που εφαρμόζουν οι τράπεζες και έχουν οδηγήσει σε απόγνωση νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες του Politik.gr, οι Δ.Ο.Υ. ζητούν από φορολογούμενους να ορίσουν εγγυητή για τις οφειλές τους.

Με βάση όσα γίνονται σήμερα όταν ένας φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή, συνήθως άνω των 500 ευρώ, για αξιόλογο χρονικό διάστημα, δηλαδή χωρίς να πληρώνει έστω και κάποιο μικρό ποσό στην εφορία, δύναται να βρεθεί αντιμέτωπος με μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Ακόμη και αν τηρεί όμως, ευλαβικά την αποπληρωμή των δόσεων δεν αποκλείεται να βρεθεί ενώπιον δυσάρεστων καταστάσεων.

Όπως παραδέχεται στο Politik.gr, προϊσταμένη σε Δ.Ο.Υ. στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης, «δεν  μπορούμε να αφήσουμε αδιασφάλιστα τα συμφέροντα του Δημοσίου και για αυτό οφείλουμε να κοιτάξουμε προς το μέλλον και να δούμε πώς θα εξασφαλίσουμε την αποπληρωμή της οφειλής». Συνεχίζοντας τον σκεπτικό της η προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ., επισημαίνει ότι «κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και χρήζει διαφορετικής προσέγγισης αλλά πάντα με γνώμονα την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κράτους. Για αυτό και δεν αποκλείεται να ζητηθεί από πολίτη να ορίσει όποιον εγγυητή επιθυμεί για το υπόλοιπο των χρεών του». Όπως μάλιστα, διευκρινίζει, το Δημόσιο λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται, καθώς όπως χαρακτηριστικά λέει, «άνθρωποι είμαστε και ποτέ δεν ξέρεις, τι γίνεται». Όσο και αν ακούγεται απόλυτα φυσιολογική η συγκεκριμένη προσέγγιση, προκαλεί πολλά ερωτήματα για το αν τελικά ο εισπρακτικός μηχανισμός θεωρεί ότι ο Έλληνας φορολογούμενος είναι αφερέγγυος ή ακόμη και επικίνδυνος να «φύγει» χωρίς να προλάβει να αποπληρώσει τις οφειλές του.

Η εφορία ζήτησε από οφειλέτη να ορίσει εγγυητή για το υπόλοιπο της οφειλής του

 

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός οφειλέτη από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έμεινε εμβρόντητος όταν η Εφορία του ζήτησε να ορίσει συγγενικό του πρόσωπο ως εγγυητή για το υπόλοιπο της οφειλής του. Ο πολίτης, ο οποίος είχε ρυθμίσει παλαιότερα χρέη του, επιχείρησε να μεταβιβάσει ένα ακίνητο του στο συγκεκριμένο συγγενικό του πρόσωπο, λαμβάνοντας υπόψη του ότι για κάθε οφειλή προς το Δημόσιο, η νομοθεσία δίνει την ευχέρεια να μεταβιβαστεί ακίνητο, υπό τον όρο παρακράτησης του συνόλου της οφειλής του πωλητή.

Συγκεκριμένα, στην ΠΟΛ 1275/2013 (όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ 1222/2017) προβλέπεται ότι «αποδίδεται στη Φορολογική Διοίκηση από το συμβολαιογράφο το σύνολο του προϊόντος του τιμήματος και μέχρι του ύψους των οφειλών, το οποίο αναγράφεται επί της βεβαίωσης και το οποίο δεν μπορεί να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ή του δικαιώματος που συστήνεται επ’ αυτού, εκτός εάν οι εναπομένουσες οφειλές που αντιστοιχούν στη διαφορά της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ή του δικαιώματος που συστήνεται επ’ αυτού και του τιμήματος διασφαλίζονται από εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες, οπότε σημειώνεται επί της βεβαίωσης αντίστοιχη ένδειξη».

Συνεπώς, ο οφειλέτης είχε κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στη συγκεκριμένη πράξη, ώστε να έχει διπλό όφελος τόσο για την αποπληρωμή μέρους του χρέους του όσο και για την μεταβίβαση του ακινήτου σε πρόσωπο της επιλογής του. Ωστόσο, η εποπτεύουσα Δ.Ο.Υ. πρότεινε στον αγοραστή να τεθεί ως εγγυητής για το υπόλοιπο της οφειλής προκαλώντας το «μπλοκάρισμα» της μεταβίβασης και άρα και την παρακράτηση του ποσού, που θα προέκυπτε από αυτήν. Ουσιαστικά, με αυτόν τον τρόπο το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε από οφειλέτη να «βαρύνει» με ολόκληρο το ποσό της οφειλής αλλά και όποιο άλλο βάρος προστεθεί επιπλέον στην οφειλή ένα συγγενικό του πρόσωπο. Απορίας άξιο είναι το γεγονός αν η ίδια πρόταση θα είχε γίνει και σε κάποιον άγνωστο για τον πωλητή, αγοραστή. Πάντως και παρά τις προσπάθειες του οφειλέτη για εύρεση κάποιας συμβιβαστικής λύσης, οι αρμόδιοι υπάλληλοι επέμειναν σε αυτήν την απαίτηση.

Για την συγκεκριμένη πρόταση, η προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ.  επικαλείται τον κώδικα είσπραξης δημοσίων εσόδων όπου ορίζεται ότι «τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Μάλιστα, σε επόμενο άρθρο ορίζεται ότι «η χρήση των αναγκαστικών αυτών μέτρων εναπόκειται στην κρίση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου που είναι βεβαιωμένο το έσοδο, ο οποίος μπορεί να τα λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, είτε αθροιστικά είτε καθένα χωριστά κατά την ελεύθερη κρίση του».

Για πρακτική, η οποία έχει αρχίσει να εφαρμόζεται από το περασμένο καλοκαίρι έκανε λόγο μιλώντας στο Politik.gr ο λογιστής – φοροτεχνικός του Alpha accounting office Ιορδάνης Πέτσογλου. Ο ίδιος παραπέμπει στο Νόμο 4174/2013, όπου στο άρθρο 46 αναφέρεται ότι η φορολογική διοίκηση «βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλλει σε βάρος του υπόχρεου παραβάτη προληπτική ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου ή επείγοντος χαρακτήρα. Η φορολογική διοίκηση μπορεί να μην παραλαμβάνει και να μη χορηγεί έγγραφα, που απαιτούνται για την μεταβίβαση ακινήτων».

Το παράλογο όμως της υπόθεσης δεν σταματά εδώ. Με τον τρόπο αυτό, η Εφορία ουσιαστικά «τίναξε στον αέρα» τη διαδικασία μεταβίβασης ενός ακινήτου, που ξεκίνησε ο οφειλέτης προκειμένου να εξυπηρετήσει μέρος της οφειλής. Ζητώντας του να ορίσει εγγυητή για τα χρέη του και μάλιστα ένα τόσο κοντινό συγγενή του, ουσιαστικά αλλάζει τα δεδομένα για  τον τρόπο με τον οποίο διεκδικεί τις απαιτήσεις του το Ελληνικό Δημόσιο. Θέμα αντισυνταγματικότητας θέτει στο Politik.gr o πρόεδρος της Ένωσης Φοροτεχνικών Οικονομολόγων Βορείου Ελλάδος, Γιάννης Τύρης σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη πρόταση. Όπως τονίζει, δεν υπάρχει καμία τέτοια πρόβλεψη από το νόμο, ούτε από κάποια εγκύκλιο για εγγυητή οφειλής. «Ακόμη και αν κάτι τέτοιο ακούστηκε, δεν ισχύει» ανέφερε κατηγορηματικά.

 

Εγγυητές οι μεγάλοι χαμένοι

 

Τα εκατοντάδες παραδείγματα εγκλωβισμένων εγγυητών σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είναι αρκετά διαφωτιστικά για το πώς πρόκειται να εξελιχθεί για πιθανούς εγγυητές και για χρέη προς το Δημόσιο. Πολίτες, που αναγκάστηκαν να γίνουν εγγυητές σε δάνεια τρίτων (σύζυγοι, τέκνα, γονείς, οικογενειακοί φίλοι ή άλλοι τρίτοι), πιθανότητα και κάτω από συναισθηματική πίεση ενώ δεν μπορούσαν ή δεν επιχείρησαν καν να εξετάσουν την οικονομική δυνατότητα και την φερεγγυότητα αυτού για τον οποίο εγγυήθηκαν, βρέθηκαν ξαφνικά να επιβαρύνονται με οφειλές που δεν ήταν δικές τους και αντιμέτωποι με μέτρα όπως υποθήκη, προσημείωση υποθήκης ή ακόμη και κατάσχεση. Η χειρότερη εκδοχή είναι όταν, ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται για έναν πρωτοοφειλέτη, ο οποίος εν γνώσει του δανειστή είναι αφερέγγυος και δεν πρόκειται να εξοφλήσει την οφειλή.

«Ακόμη και αν δεχθούν μία τέτοια πρόταση από την Εφορία, καλό θα είναι να την απορρίψουν» συστήνει μιλώντας στο Politik.gr η δικηγόρος, διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια Σοφία Τσιπτσέ. Η ίδια σημειώνει ότι η οφειλή είναι προσωπική και σε περίπτωση εγγυητή η όποια οφειλή θα «ακολουθεί» το πρόσωπο και μάλιστα ως προς ολόκληρο το ποσό. Σύμφωνα με το άρθρο 851 Α. Κ, ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση, που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη. Υπενθυμίζει ότι οι οφειλές προς το Δημόσιο, από κάποιο ποσό και πάνω, αποτελούν ποινικό αδίκημα.

Ωστόσο, μία ακόμη παγίδα στην οποία έχουν πέσει πολλοί εγγυητές είναι η παραίτηση από την ένσταση διζήσεως, που αποτελεί συνήθη όρο τραπεζικών δανειακών συμβάσεων, στα πλαίσια των οποίων ο εγγυητής, ενόψει της ανάληψης του συνόλου των υποχρεώσεων του οφειλέτη, υποχρεώνεται να παραιτηθεί από το δικαίωμα της διζήσεως. Να σημειωθεί ότι ο εγγυητής έχει το δικαίωμα να προβάλλει ένσταση διζήσεως (άρθρο 855 Α.Κ), σύμφωνα με τη οποία, ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής (η τράπεζα) επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη.

Ο λόγος για τον οποίον οι Τράπεζες θέτουν αυτόν τον γενικό όρο, είναι η εξασφάλιση της απαίτησής τους, καθώς με την παραίτησή του από τα παραπάνω δικαιώματα, ο εγγυητής υπεισέρχεται ουσιαστικά στην θέση του πρωτοφειλέτη, ευθυνόμενος ακόμα και με την προσωπική του περιουσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Τράπεζα εξασφαλίζει την ευχέρεια να στραφεί κατ’ επιλογή, είτε κατά του πρωτοφειλέτη είτε κατά του εγγυητή, ακόμα και με μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης.

Συνεπώς, μένει να αποδειχθεί στην πράξη αν και αυτήν την πρακτική των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα εφαρμόσουν κατά εγγυητών και οι υπάλληλοι των Δ.Ο.Υ.