Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Καταλανός μεταφραστής του Καβάφη και του Ομήρου, γίνεται γνωστός στο ελληνικό κοινό

Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Καταλανός μεταφραστής του Καβάφη και του Ομήρου, γίνεται γνωστός στο ελληνικό κοινό

Εκείνο το χαρακτηριστικό που διαποτίζει το μεταφραστικό και ποιητικό έργο του μεγάλου Καταλανού ποιητή Κάρλες Ρίμπα (1893-1959) είναι ο ειλικρινής και ασύνορος φιλελληνισμός του. Είναι άλλωστε εκείνος που πρωτομετέφρασε σε έκταση την ποίηση του Καβάφη, ενώ προηγουμένως έκανε γνωστά στα καταλανικά κείμενα της Αρχαίας Γραμματείας, προτού ασχοληθεί με τους νεοέλληνες.

Σήμερα, 60 χρόνια μετά τον θάνατό του, η μετάφραση στα ελληνικά της κεφαλαιώδους σημασίας για τα καταλανικά γράμματα συλλογής του «Ελεγείες της Μπιερβίλ» (εκδόσεις Printa-Ροές) μπορεί να θεωρηθεί ως μία ανταπόδοση της δικής μας χώρας για την διαπρύσια αγάπη που της έδωσε μέσα από το έργο του.

Η μετάφραση, εξάλλου, είναι καρπός της συνεργασίας του διακεκριμένου Ελληνιστή, αντεπιστέλλοντος μέλους της Ακαδημίας Αθηνών και πρώην διευθυντή του Ινστιτούτου Cervantes στην Αθήνα Εουσέμπι Αγιένσα Πρατ και του Νίκου Πρατσίνη, ενώ τα εισαγωγικά σημειώματα κι οι σημειώσεις αποκαλύπτουν τη σημασία και τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε η ιδέα της Ελλάδας, όχι μόνον στο έργο του Ρίμπα, αλλά και στα καταλανικά γράμματα εν γένει.

Και τούτο, γιατί, όταν στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Καταλανοί στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν και ξανασυνδεθούν με τις ρίζες της μακραίωνης παλιάς τους πολιτιστικής παράδοσης, συνάντησαν ….την Ελλάδα. Η φλόγα του Ρομαντισμού για την εθνική λογοτεχνία και το γοτθικό-μεσαιωνικό, αλλά και το πάθος για μία υπερβατική ταύτιση με τα πρωτεϊκά στοιχεία της Φύσης, οδήγησαν την καταλανική λογοτεχνία σε έναν νεοκλασικισμό, όπου η Ελληνική Γραμματεία κατείχε τα πρωτεία.

Αναπόφευκτα και ο Ρίμπα, από την πρώτη νιότη του, εμβαπτίζεται σε τούτη τη φιλελληνική γραμματειακή στράτευση και κάνει μαζί με τα πρώτα ποιητικά βήματά του, αφιερώνεται και στην μετάφραση των μεγάλων Αρχαιοελλήνων, ιδίως του Ομήρου. Έκτοτε, όραμα ζωής του γίνεται (όπως και για τόσους άλλους πρωθιερείς των ευρωπαϊκών γραμμάτων) το ταξίδι προς την Ελλάδα. Ένα ταξίδι που έσωσε να πραγματοποιήσει το 1927, με την σύζυγό του και στη διάρκεια του οποίου συναντήθηκε με την μεταφράστρια Ιουλία Ιατρίδου, που τον μύησε και στην νεοελληνική ποιητική παραγωγή, τον Καζαντζάκη και κυρίως τον Καβάφη, που έμελλε να γίνει η λογοτεχνική εμμονή του.

Είναι άλλωστε χάρη στα 66 μεταφράσματα, που αν και δεν δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε, αλλά μετά ως καταλειπόμενα/ Nachlass του έργου του, οι Καταλανοί και όλοι οι Ισπανοί γνώρισαν το έργο του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή. Ακόμη και σήμερα, οι μεταφράσεις αυτές θεωρούνται αξεπέραστες, παρά τη μεγάλη εκδοτική και μεταφραστική επιτυχία που έχει γνωρίσει ο Καβάφης στην Ισπανία κι ιδίως Καταλονία, όπου δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυρισθούμε πως θεωρείται “εθνικός ποιητής”.

Η συλλογή «Ελεγείες της Μπιερβίλ», μολονότι αποτελούν ένα προσωπικό και σχεδόν κρυπτικό έργο (ώστε να χρειάζονται υποσημειώσεις από τον ίδιο τον ποιητή για να καταδυθεί κανείς στο νόημά τους) και είναι γραμμένα σε μία μεταιχμιακή εποχή στην ζωή και παραγωγή του Ρίμπα -κατά την εξορία του στη Γαλλία μετά τον Ισπανικό Εμφύλιο (εξ ου κι ο τίτλος)- είναι ωστόσο γεμάτες Ελλάδα. Στον τόπο της εξορίας τους και της ταυτοτικής του αλλοτρίωσης, ο Ρίμπα οραματίζεται πέρα από τον γενέθλιο τόπο και μία υπερβατική πατρίδα. Κι ο στοχασμός, η αναπόληση κι η νοσταλγία τον οδηγεί να την ανακαλύψει στο ελληνικό στοιχείο. Ενδεικτικά, η εκπληκτική Δεύτερη Ελεγεία, με τον τίτλο «Σούνιο», συνιστά έναν ύμνο στην εκφραστικότητα και την πνευματικότητα του ελληνικού τοπίου, που δεν παραμένει μόνον μία αισθητική κατηγορία, αλλά εξακτινώνεται σε μία πνευματική λαμπάδα για το παγκόσμιο πνεύμα:

   «Εσύ ξαγρυπνάς, λευκός εκεί στα ύψη,

   για το ναύτη, που χάρη σε σένα βλέπει πως είναι η πορεία

   του σωστή·

   για τον μεθυσμένο απ’ το όνομά σου, που μέσα από το

   γυμνό χερσότοπο

   έρχεται να σε βρει, μέσα στη βεβαιότητά του ακραίος 

   όμοια με τους θεούς·

   για τον εξόριστο, που μέσα από σκοτεινά σύδεντρα διακρίνει

   αναπάντεχα εσένα, χειροπιαστό, χιμαιρικό! Και γνωρίζει

   χάρη στη δύναμή σου τη δύναμη εκείνη που απ’ τα χτυπήματα

   της μοίρας τον γλιτώνει,

   πλούσιος χάρη σε όσα έχει δώσει, και τόσο αγνός μες στα

   χαλάσματά του». 

Και τούτο δεν είναι το μόνο: όλο το πνεύμα των Ελεγειών είναι μπολιασμένο με την επιρροή του ελληνικού τοπίου, της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, που μετατρέπονται σε αλληγορικά σχήματα, ενός προσωποποιημένου πνευματικού Παραδείσου, που μέσα του γαληνεύει η εξόριστη ψυχή–σαν τον νόστο της επιστροφής ενός σύγχρονου Οδυσσέα. Ο Ρίμπα, μέσα από το έργο του κι ιδίως μέσα από τα μεταφράσματα του Καβάφη είναι ακόμη ο υπεύθυνος για τον βαθύ κι ατόφιο καταλανικό φιλελληνισμό.

Έναν φιλελληνισμό που σήμερα είναι ακόμη πιο πολύτιμος, σε καιρούς που η Ελλάδα γίνεται έρμαιο στα χείλη υπερεθνικιστών ρατσιστικού είδους, όπως ο νυν πρόεδρος της Καταλονίας Κιμ Τόρα, που στο πλαίσιο των θεωριών του «περί υπεροχής του καταλανικού Έθνους» επαίρεται για την κατάκτηση, τη γενοκτονία και λεηλασία των ‘πλιατσικολόγων’ προγόνων του Καταλανών, του Δουκάτου των Αθηνών και Νέων Πατρών, που άφησαν ανεξίτηλες πληγές στη ζωντανή παράδοση της χώρας μας, που χρησιμοποιεί τον όρο ‘Καταλανός’ ως συνώνυμο του καταλύω και της καταστροφής –όπως διεξοδικά και περίτεχνα έχει αναδείξει σε σχετικές συγκριτικές μελέτες του και ο Εουσέμπι Αγιένσα Πρατ. Σήμερα, ο καταλανικός φιλελληνισμός θα πρέπει να αναβιώσει, μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες και η σημασία του να γίνει γνωστή και στον τόπο μας.

 

Πηγή φωτογραφίας: https://en.wikipedia.org/wiki/Carles_Riba

©Πηγή: amna.gr