H Γερμανία απέναντι στη βία της ακροδεξιάς

του Thomas Wieder (*)

Οι αριθμοί αναμένονταν και επιβεβαιώνουν μια ανησυχητική τάση: σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών, 8.605 εγκλήματα και αδικήματα που αποδίδονται στην ακροδεξιά καταγράφηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2019 στη Γερμανία.

Ο αριθμός αυτός, που είναι προσωρινός, είναι αυξημένος κατά 900 κρούσματα σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2018. Και θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο όταν ληφθούν υπόψη αδικήματα που δεν χαρακτηρίζονται από την πρώτη στιγμή «πολιτικά υποκινούμενα». Η Εσση, για παράδειγμα, δεν έχει δώσει ακόμη στοιχεία. Σε αυτό το κρατίδιο όμως δολοφονήθηκε τη νύχτα της 1ης Ιουνίου ο χριστιανοδημοκράτης νομάρχης Βάλτερ Λίμπκε. Βασικός ύποπτος είναι ο 45χρονος Στέφαν Ερνστ, πρώην στέλεχος του νεοναζιστικού κόμματος NPD, που έχει ήδη καταδικαστεί σε εξαετή φυλάκιση για βομβιστική επίθεση εναντίον ξενώνα προσφύγων το 1993. Ο Ερνστ αναγνώρισε αρχικά τον φόνο και στη συνέχεια άλλαξε την κατάθεσή του, γεγονός που εξηγεί γιατί η υπόθεση δεν έχει περιληφθεί ακόμη στις στατιστικές.

Η ακροδεξιά βία δεν είναι κάτι καινούργιο στη Γερμανία, όπου η αιματηρότερη επίθεση μετά τον πόλεμο παραμένει εκείνη που διέπραξε ένας νεοναζί στις 26/10 του 1980 στη διάρκεια της γιορτής της μπύρας στο Μόναχο (13 νεκροί και 211 τραυματίες). Από το 1990 ως το 2017, η ακροδεξιά έχει διαπράξει τουλάχιστον 169 δολοφονίες στη χώρα.

Παρ’όλα αυτά, η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες. Η πρώτη είναι ο πολλαπλασιασμός των πράξεων συλλογικής βίας εναντίον των ξένων, όπως έγινε σε τρεις μικρές πόλεις το 2015-16. Η δεύτερη είναι η στοχοποίηση τοπικών αξιωματούχων οι οποίοι έχουν υποστηρίξει στο παρελθόν την πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ στο μεταναστευτικό.

Μετά τη δολοφονία του Λίμπκε, πολλοί ακόμη αξιωματούχοι έχουν δεχθεί απειλές. Ανάμεσά τους. η δήμαρχος της Κολωνίας Ενριέτε Ρέκερ, που στα τέλη Ιουνίου έλαβε απειλητική επιστολή με την υπογραφή «Sieg Heil». Ηδη στις 17 Οκτωβρίου 2015 ένας ακροδεξιός την είχε μαχαιρώσει στον λαιμό, με αποτέλεσμα να πέσει σε κώμα για πολλές ημέρες.

Η σοβαρότητα του προβλήματος έχει γίνει αντιληπτή; Στη δημόσια συζήτηση, ασφαλώς. Τις τελευταίες εβδομάδες, το θέμα καταλαμβάνει περίοπτη θέση στον Τύπο, ενώ θίγεται και από πολλούς πολιτικούς. Στις 10 Ιουλίου, ο ίδιος ο πρόεδρος Σταϊνμάγιερ δέχθηκε δέκα δημάρχους που έχουν απειληθεί.

Αυτό όμως δεν φτάνει. «Μετά τον θάνατο του Λίμπκε, το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνουν νέες δολοφονίες, αλλά πότε θα γίνουν. Η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή», τονίζει ο ανεξάρτητος δημοσιογράφος Αντρέας Βόρατ, που παρακολουθεί συστηματικά το νεοναζιστικό σύμπαν της Γερμανίας.

Τον τελευταίο καιρό έχουν κυκλοφορήσει πολλές ιδέες για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Μια από αυτές είναι η θέσπιση μιας ειδικής κατηγορίας αδικήματος που αφορά τη στοχοποίηση αξιωματούχων. Μια άλλη είναι η επιτάχυνση της εκδίκασης υποθέσεων που έχουν πολιτικό χαρακτήρα.

Πολλοί είναι όμως εκείνοι που θεωρούν ότι ούτε αυτά είναι αρκετά και ζητούν την απαγόρευση των ακροδεξιών ομάδων και οργανώσεων. Μια από αυτές είναι η Combat 18, που παραπέμπει στα αρχικά του Αδόλφου Χίτλερ και συνδέεται τόσο με τον Λίμπκε όσο και με απειλών εναντίον τζαμιών στο Ντουίσμπουργκ και το Βερολίνο.

Υπάρχει τέλος το θέμα της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (ΑfD). «Το κόμμα αυτό συμβάλλει στην καλλιέργεια ενός κλίματος το οποίο εκμεταλλεύονται οι μικρές εξτρεμιστικές οργανώσεις», σημειώνει ο Χόλγκερ Κελς, δήμαρχος του Κότμπους, ο οποίος έχει απειληθεί επανειλημμένα από την ακροδεξιά.

Γεγονός είναι πάντως ότι παρά τις ηχηρές δηλώσεις και τις καλές προθέσεις, κανένα σοβαρό μέτρο δεν έχει ληφθεί ακόμη στη Γερμανία κατά της φαιάς τρομοκρατίας.

(*) Ο Τομάς Βάιντερ είναι ανταποκριτής της Le Monde στο Βερολίνο

(Πηγή: Le Monde)

 

© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ.