Iωάννης Σαρίδης/Σύντροφοι

Iωάννης Σαρίδης/Σύντροφοι
INTIME
Τί περιμένουν άραγε από το εγχώριο πολιτικό σύστημα σήμερα οι Έλληνες; Τί απαιτήσεις έχουν για το μέλλον από την πολιτική; Τί αξιώσεις έχουν για το αύριο από τους πολιτικούς;

Ας υποθέσουμε πως υπάρχει κάπου σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο ένας τουλάχιστον άνθρωπος που κατέχει εκείνη την -κατάλληλη- φανταστική υπερδύναμη και μπορεί να χωρέσει σε μια μόνο σελίδα και με απόλυτη ακρίβεια το τί ακριβώς περιμένουν όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, χωρίς να μπορεί να διαφωνήσει κανείς Έλληνας με το κείμενο αυτό της μιας σελίδας.

Για χάρη δηλαδή της συζήτησης ας δεχτούμε για μια στιγμή, πως υπάρχει πράγματι μια κοινή συνισταμένη στις απόψεις, τις γνώμες και τις σκέψεις του συνόλου του ελληνικού λαού και πως είναι εφικτό αυτή η κοινή συνισταμένη να εκφραστεί και να περιγραφεί αποτελεσματικά, με συνοπτικό και σαφή τρόπο.

Σε αυτή την περίπτωση είναι λογικό να υποθέσουμε πως πάνω σε αυτή την κοινή συνισταμένη θα μπορούσε να στηριχτεί κανείς για να εκφράσει και να δικαιολογήσει την άποψη ότι θα πρέπει να επιβληθούν κάποιου είδους όροι και να ισχύσουν κάποιου είδους προϋποθέσεις σχετικά με το ποιός έχει το δικαίωμα να πολιτεύεται.

Σίγουρα -για παράδειγμα- θα πρέπει ο κάθε πολιτικός να δηλώνει δημόσια πως αποδέχεται και σέβεται το περιεχόμενο του παραπάνω φανταστικού κειμένου της κοινής συνισταμένης. Ίσως μάλιστα αυτή η απλή προϋπόθεση να μπορεί να συνοδευτεί και από άλλες τέτοιου είδους προϋποθέσεις που θα πρέπει οπωσδήποτε να πληρεί ο οποιοσδήποτε επιθυμεί να πολιτευθεί (δημόσια αποδοχή και άλλων τέτοιων κειμένων το περιεχόμενο των οποίων απαιτεί καθολικό σεβασμό και συνολική συμμόρφωση).

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Άντε και συμφωνήσαμε πως υπάρχει «κοινή συνισταμένη», άντε και την υπογράψαμε όλοι, άντε και θεσπίσαμε ως προϋπόθεση του πολιτεύεσθαι τον σεβασμό και την τήρηση της. Τί κάνουμε από εκεί και πέρα με όσα διαφωνούμε;

Το σύνολο της κοινοβουλευτικής μου θητείας το πέρασα ως βουλευτής της ελάσσονος αντιπολίτευσης με αυτό το ερώτημα να βασανίζει κάθε σκέψη μου, κάθε απόφαση μου, κάθε λέξη μου από το βήμα της Ολομέλειας. Τί κάνουμε από εκεί και πέρα με τα όσα διαφωνούμε; Γιατί κοινή συνισταμένη υπάρχει και λέγεται Σύνταγμα των Ελλήνων και προϋποθέσεις υπάρχουν ένα σωρό, είτε αφορούν τον Κανονισμό της Βουλής, είτε το σύνολο των Νόμων και των Θεσμών της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Το σίγουρο είναι ότι η κοινή συνισταμένη προβλέπει πως κάθε θέμα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της διαφύλαξης του εθνικού και δημοσίου συμφέροντος. Όχι του ιδεολογικού ή του κομματικού. Οι ιδέες είναι εκεί και κάποτε για να εμπνέουν. Οι πολιτικές είναι εδώ και τώρα για να εφαρμόζονται και για να δίνουν λύσεις.

Κάθε θέμα λοιπόν πρέπει να το εξετάζουμε σε όλες τις διαστάσεις του (και ξεχωριστά αλλά και ως μέρος συνόλου) πάντοτε με ψυχραιμία και οφείλουμε σε κάθε περίπτωση προτού προχωρήσουμε στην διατύπωση προτάσεων και λύσεων εμπνευσμένων από ιδέες να βρίσκουμε και να ορίζουμε τον κοινό τόπο, να ομοφωνούμε δηλαδή έστω στην περιγραφή του προβλήματος.

Είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώνουμε από κοινού το πρόβλημα. Δεν μας επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να διαφωνούμε στο ποιό είναι το πρόβλημα που καλούμαστε να λύσουμε γιατί τότε πολύ απλά καμία λύση δεν πρόκειται να αντέξει στον χρόνο, καμία λύση δεν θα είναι βιώσιμη.

Και εδώ ακριβώς ξεκινάνε τα αχαρτογράφητα νερά της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας. Η διαχείριση του δημόσιου διαλόγου και ο τρόπος με τον οποίο ασκούν πολιτική οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης είναι εκείνο το κομμάτι που έχουν αναλάβει να διαχειριστούν κυρίως και πρωτίστως τα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα. Ο τρόπος λειτουργίας τους λοιπόν καθορίζει αποφασιστικά την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Όσο πιο δημοκρατική είναι η λειτουργία των κομμάτων τόσο ισχυρότερη η δημοκρατία.

Εδώ υπάρχει και το περιθώριο για ανάληψη πρωτοβουλιών γιατί εδώ είναι που… χωλαίνει το σύστημα, αυτή είναι η αχίλλειος φτέρνα του, εκεί δηλαδή που δημιουργείται η ανισορροπία που επιτρέπει σε δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις να παίρνουν αποφάσεις κόντρα στην συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Τα παραδείγματα που μπορούμε να επικαλεστούμε ως απόδειξη αυτού του ισχυρισμού και έχουν σχέση με την πατρίδα μας είναι δυστυχώς αρκετά.

Αν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε κάτι για να υπηρετήσουμε αυτόν τον τόπο με τρόπο σύμφωνο με το Σύνταγμα, τότε το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι περιγράψουμε σωστά και με σαφήνεια μέσω της συμμετοχής μας σε δημοκρατικές κομματικές διαδικασίες τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες.

Ας πετύχουμε πρώτα αυτό, ας συμφωνήσουμε δηλαδή όλοι στο ποιό είναι το πρόβλημα και έπειτα ας προτείνουμε με δημοκρατικό τρόπο ο καθένας την λύση που θεωρεί σωστή παρουσιάζοντας τη μαζί με τα επιχειρήματα του. Πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τις διαφωνίες μας με τρόπο που είναι αντιπαραγωγικός, αντιδιαλεκτικός, αναποτελεσματικός και κατά την προσωπική μου εκτίμηση είναι και αντιδημοκρατικός.

Ο δημόσιος πολιτικός διάλογος θα έπρεπε να στηρίζεται σε ξεκάθαρους κανόνες που να γίνονται σεβαστοί από όλους. Εκεί βρίσκεται και η πεμπτουσία της δημοκρατίας, εκεί βρίσκει γόνιμο έδαφος και θεμέλιο το περίφημο Κράτος Δικαίου, για να μπορεί με την σειρά του αυτό να εγγυηθεί σε κάθε πολίτη την Ισονομία και την Ισοπολιτεία και για να βρίσκεται σε θέση να προσφέρει ελεύθερη πρόσβαση όποτε χρειάζεται σε όλους ανεξαιρέτως το καταφύγιο της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης.

Με λίγα λόγια σύντροφοι, περισσότερη δημοκρατία, πιό ανοιχτές και αξιόπιστες διαδικασίες, ενίσχυση συμμετοχής, βήμα στην διαφορετική άποψη, ανοιχτές πόρτες και τηλέφωνα. Αυτό χρειάζεται ο τόπος, αυτό απαιτούν από εμάς οι πολίτες και δεν έχουν χρόνο να περιμένουν κανέναν και για τίποτα.