Χρ. Μανταρτζίδης / Οι “επικίνδυνες” Ελληνοτουρκικές σχέσεις

Αναζωπύρωση των ενεργειών παραβίασης των συνόρων στην ελληνοτουρκική μεθόριο

Του Χρήστου Μανταρτζίδη

ΜανταρτζίδηςΗ νέα φάση όξυνσης των Ελληνοτουρκικών σχέσεων που διανύουμε είναι πολύ σοβαρή. Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το Υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με τις δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας και τα πρόσφατα συμβάντα χαρακτηρίζει «απαράδεκτες και καταδικαστέες και εκτός ευρωπαϊκών ορίων και λογικής» τις τουρκικές ενέργειες και δηλώσεις.

Το νέο κύμα των Τουρκικών προκλήσεων που αφορά την απόπειρα εμβολισμού περιπολικού σκάφους της Λιμενικής Αρχής της Κω, εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, τις βολές ενάντια σε Ελληνική εποχούμενη περίπολο και  την υπερπτήση στα 200 μέτρα οπλισμένου ζεύγους μαχητικών F-16 στον Βόρειο Έβρο μάλλον είναι πολεμικές ενέργειες παρά προκλήσεις.

Σημειωτέο ότι τα τουρκικά F-16 πέταξαν για πρώτη φορά πάνω από την Έβρο και μάλλον αν ήθελαν οι Τούρκοι πιλότοι θα μπορούσαν να ρίξουν και καμιά ρουκέτα σε κανένα ελληνικό στρατόπεδο. Ήταν μια πρωτοφανής πρόκληση. Και αφού η Ελληνική πολεμική αεροπορία δεν τα κατέρριψε, είναι σαν να τους λέμε ξανακάντε το. Δημιουργούμε μόνοι μας γκρίζες ζώνες στην πατρίδα μας, δυστυχώς. Ας προετοιμαζόμαστε και ας μην χάνουμε εντελώς τη λογική μας.

Όσο μας βλέπουν οι Τούρκοι να κάνουμε τις “κότες” τόσο περισσότερο εκθρασύνονται και προετοιμάζονται για πόλεμο. Στο τέλος και στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, της καλής γειτονίας και της φοβικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών, θα πρέπει να ζητήσουμε και συγνώμη από την Τουρκία διότι κατοικούσαμε σε μέρη τα οποία ήθελε, ώστε αναγκάστηκε να μας σφάξει.  Η Ελλάδα έπρεπε να κάνει κίνηση χτες κι ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του. Αλλά τελικά είμαστε πραγματικά δειλός λαός με πιο δειλούς τους κυβερνώντες.

Όσο η Ελλάδα καθίσταται σταδιακά γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας ο κίνδυνος πολέμου προσωρινά απομακρύνεται,  οι ψευδαισθήσεις αυγατίζουν, και η ¨παράλυση¨  γίνεται ακόμα ηδονικότερη εφόσον η υποχωρητικότητα της Ελλάδας αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους. Και ας καταλάβουμε επιτέλους ότι ούτε οι Αμερικάνοι μας στήριξαν ποτέ ούτε οι Ρώσοι. Ούτε οι Ευρωπαίοι θα μας στηρίξουν.  Και δεν μπλόφαρε ο Νίκολας Μπερνς  όταν είχε δηλώσει ότι ο Τραμπ και οι ΗΠΑ δεν θα βοηθήσουν την Ελλάδα σε περίπτωση σύγκρουσης με την Τουρκία. Ούτε την Κύπρο θα βοηθήσουν. Πότε θα μάθουμε να στηριζόμαστε τις δικές μας δυνάμεις; Στις μεγάλες χώρες η εξωτερική πολιτική δεν είναι κομματική υπόθεση αλλά εθνική.

Σήμερα η Τουρκία θεωρείται οικονομικά και γεωπολιτικά περιφερειακή δύναμη και στρατιωτικά υπερδύναμη. Περιφερειακή δύναμη με σημαντικότατες συμμαχίες και επιρροές, τεράστια οικονομική και στρατιωτική ισχύ και δυνατό πολιτικό σύστημα με διαχρονικά σταθερή –παρ’ όλες τις αντιθέσεις – διπλωματία και εξωτερική πολιτική. Επιπλέον έχει δίπλα της τις Αραβικές και μουσουλμανικές χώρες ενώ παίζει δυνατά το μουσουλμανικό χαρτί.

Σε μια πολεμική σύγκρουση με οποιαδήποτε χώρα αμέσως θα πάρουν το μέρος  της δεκάδες χώρες. Καμία σχέση με την Ελλάδα δηλαδή.  Στρατιωτικά υπερδύναμη όχι μόνον αναφορικά  με το οπλοστάσιό της ή το μεγάλο –τεράστιο- όγκο του στρατού της, αλλά σχετικά με την διαθεσιμότητα του πληθυσμού της να πειθαρχήσει σε ότι διαταχθεί. Συμπεριλαμβανομένου του να πολεμήσει.

Επιπλέον, στην Τουρκία ηγείται ο Ερντογάν ο οποίος  αντιλαμβάνεται την πολιτική σε μεγάλο βαθμό σε όρους ωμής πολιτικής, στρατιωτικής και ειδικά προσωπικής ισχύος. Ανήγαγε τον εαυτό του σε σουλτάνο και διείδε την ευκαιρία να επεκτείνει την αυτοκρατορία του. Εμείς τι κάνουμε; Τι του αντιπαρατάσσουμε;

Η Τουρκία πέτυχε να εργαλειοποιήσει ένα υπαρκτό πρόβλημα και ασκεί αφόρητη πίεση στην Ελλάδα και γενικότερα στην ΕΕ. Η ελληνική κυβέρνηση “βάφτισε”  αυτή την εργαλειοποίηση σαν εισβολή και αποφεύγει την αναγνώριση ενός υπαρκτού προβλήματος που βρίσκεται ante portas.  Η Τουρκία αυτή την στιγμή διεξάγει ένα νέο είδος πολέμου έναντι της Ελλάδας.

Και όλοι αυτοί οι επίδοξοι εισβολείς μόνον Σύριοι  πρόσφυγες δεν είναι, καθώς είναι όλοι νέοι άνδρες από τα βάθη της ισλαμικής Ασίας και την Βόρεια και την υποσαχάρια ισλαμική Αφρική.  Και αν τυχόν εμπλακούμε τελικά σε κανένα πολεμικό επεισόδιο,  δεν μπορούμε να φανταστούμε τι θα συμβεί στα μετόπισθεν, στο εσωτερικό της χώρας με τις αγριότητες που θα προκαλέσουν οι «πρόσφυγες». Τότε ίσως αντιληφθούν οι πολιτικοί μας το κακό που κάνουν στην χώρα

Η Ελλάδα σήμερα είναι φτωχοποιημένη, απειλούμενη γεωπολιτικά και ουσιαστικά μόνη της, χωρίς στήριξη από κανέναν και μάλλον έχει ανάγκη από ομόνοια παρά από διχασμό. Η έλλειψη ρεαλισμού, αποφασιστικότητας και πάνω από όλα η μαλθακότητα της ελληνικής δημοσιοϋπαλληλικής κοινωνίας είναι ο κύριος αποτρεπτικός παράγοντας για άσκηση εσωτερικής, εξωτερικής και εθνικής πολιτικής.

Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης αποδείχτηκαν ανίκανες να ασκήσουν ρηξικέλευθη  μακρόπνοη στρατηγική που χτίζει συμμαχίες, διαρκώς ελίσσεται, κάνει νέους συμμάχους και εκμεταλλεύεται τις συγκυρίες που αποσκοπούν στο συμφέρον της χώρας. Καταντήσαμε μια γκροτέσκο βαλκανική σοβιετία με όλα τα χαρακτηριστικά που χαρακτήριζαν αυτές τις χώρες την 10ετία του ’90 με την πτώση του κομουνισμού: διαπλοκή, μίση-πάθη, χαμηλό επίπεδο, κουτοπονηριά.

Υπάρχει και μια μερίδα συμπατριωτών μας που υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η ανοχή μας στην τουρκική προκλητικότητα και τα φοβικά μας σύνδρομα. Επιθυμούν να εμπλακούμε σε πολεμικό επεισόδιο διότι έτσι μόνον καταλαβαίνουν. Αυτοί όμως ίσως δε γνωρίζουν ή –το πιθανότερο– θέλουν να αγνοούν ότι η κατάσταση του Ελληνικού στρατού είναι ευθέως αντίστοιχη με αυτή της υπόλοιπη κομματικής μπανανίας.

Η στρατιωτική ιστορία δείχνει ότι όταν προκαλείσαι από έναν επιθετικό γείτονα συνεχώς, είναι σοφό το να  κάνεις υπομονή, να δείχνεις κάποια αυτοσυγκράτηση ώστε  κερδίσεις χρόνο και να οργανωθείς κατάλληλα. Αν όμως αναγκαστείς εκ των πραγμάτων κάποτε να απαντήσεις, η απάντηση δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από brute force.

*Ο Χρήστος Μανταρτζίδης είναι οικονομολόγος