Η προσεχής Διάσκεψη Κορυφής για το Κλίμα στη Μαδρίτη

Η προσεχής Διάσκεψη Κορυφής για το Κλίμα στη Μαδρίτη

του Ισπανού πρέσβη Enrique Viguera*

Κατά τη διάρκεια του πρώτου δεκαπενθήμερου του Δεκεμβρίου θα διεξαχθεί στη Μαδρίτη η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, γνωστή επίσης και ως COP25, υπό την προεδρία της Κυβέρνησης της Χιλής και τη διαχειριστική υποστήριξη της Ισπανίας. Ο Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης θα είναι επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η κλιματική αλλαγή είναι πιθανόν η μεγαλύτερη παγκόσμια απειλή και απαιτεί μια συντονισμένη και αποφασιστική διεθνή δράση για να αποσοβηθούν και αντιστραφούν οι συνέπειές της. Το έργο των Ηνωμένων Εθνών στοχεύει εδώ και χρόνια στην προστασία του περιβάλλοντος και τη μείωση της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου μέσω διεθνών συμφωνιών, από τη Σύμβαση Πλαίσιο για την Κλιματική Αλλαγή του 1992, το Πρωτόκολλο του Κιότο του 1997 μέχρι και τη Συμφωνία του Παρισιού του 2016 που έχουν υπογράψει 200 χώρες. Η συγκεκριμένη Συμφωνία έχει χαρακτήρα δεσμευτικό, και όχι απλώς δήλωσης προθέσεων, υποχρεώνει τα Κράτη που έχουν υπογράψει να θέτουν ρεαλιστικούς στόχους ανά πενταετία για τη μείωση των εκπομπών ρύπων, αυξάνοντας σταδιακά τις προσπάθειές τους.

Αν και είναι ανησυχητικό το ότι η αμερικανική Κυβέρνηση αποφάσισε να αποσυρθεί από τη Συμφωνία, η πλειονότητα των νέων ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων αναγνωρίζει ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια πραγματική απειλή. Ας ελπίσουμε ότι οι ΗΠΑ θα επανέλθουν σύντομα σ’ αυτή την παγκόσμια συμφωνία.

Η COP25 της Μαδρίτης αποτελεί, λοιπόν, ένα ακόμα ορόσημο στη διεθνή δράση ενάντια στην απειλή της κλιματικής αλλαγής. Στις προσπάθειες διεθνούς δέσμευσης για επιτυχία της Διάσκεψης Κορυφής της Μαδρίτης κατέχει ηγετικό ρόλο η Ευρωπαϊκή Ένωση, στα πλαίσια της οποίας τα Κράτη μέλη συντονίζουν τις θέσεις τους σχετικά με τους φιλόδοξους στόχους της μείωσης των εκπομπών αερίων που προβλέπονται στη Συμφωνία του Παρισιού.

Για την ΕΕ και τα Κράτη μέλη της δεν θα είναι τόσο εύκολο το έργο της μείωσης εκπομπών αερίων για την οποία έχουν δεσμευθεί να εφαρμόσουν μέχρι το 2030. Η οικολογική μετάβαση θα πρέπει να επικεντρωθεί στις νέες τεχνολογίες χάρη στις οποίες θα γίνει εφικτή – κάτι που έχει ήδη γίνει σε πολλές χώρες – η παραγωγή πιο φθηνής ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών, κυρίως του ανέμου και του ήλιου, αλλά και να επιβάλλει το μεγάλο στοίχημα του κλεισίματος των ορυχείων λιγνίτη.

Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις κατά την αναθεώρηση του Εθνικού Σχεδίου Ενέργειας και Κλίματος για την εκπλήρωση των στόχων του 2030, η νέα ελληνική Κυβέρνηση προτίθεται να κλείσει όλες τις εγκαταστάσεις λιγνίτη μέχρι το 2028 έχοντας την πολιτική βούληση να επισπεύσει ακόμα περισσότερο το θέμα εάν το ευνοήσουν οι συνθήκες. Η Ισπανία δεν θα το καταφέρει πριν το 2030.

Στην Ελλάδα, το έτος 2030, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νέας Κυβέρνησης, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενεργείας θα αντιστοιχεί στο 35% του συνόλου, ποσοστό που υπερέχει του απαιτούμενου από την ΕΕ 32%. Οι επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα στην Ισπανία θα είναι επίσης τεράστιες με σκοπό την εκπλήρωση του κοινοτικού στόχου, κυρίως στην αιολική ενέργεια, της οποίας η παραγωγή θα διπλασιαστεί το 2030, και στην ηλιακή (φωτοβολταϊκά συστήματα) που θα πενταπλασιαστεί σε σχέση με τη σημερινή. Η διμερής συνεργασία μεταξύ των εταιριών μας θα είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναγνωριστεί η προσπάθεια της Ελλάδας στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Μεταξύ των ετών 1990-2015 κατάφερε να μειώσει κατά 7% τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Η Ισπανία όχι μόνο είχε υψηλότερο ποσοστό εκπομπών το 2015 σε σχέση με το 1990 (+16%) αλλά αυτή η πρόσθετη μόλυνση συντέλεσε στην αύξηση σε 75% όλων των εκπομπών που σημειώθηκαν στην ΕΕ στη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Παράλληλα με την εθνική προσπάθεια, η ΕΕ πρέπει να συνεχίσει να επαγρυπνεί για την εφαρμογή όλων των πολιτικών της που εγγυώνται ότι η ενεργητική μετάβαση θα είναι ισορροπημένη και δίκαια για όλα τα Κράτη μέλη με διαφορετική αφετηρία. Για τούτο, το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο – σε στάδιο διαπραγμάτευσης αυτή την περίοδο – που θα καθορίσει τους προϋπολογισμούς των επόμενων ετών, θα πρέπει να ανταποκρίνεται επαρκώς στους απαιτούμενους κλιματικούς στόχους όλων των κοινοτικών πολιτικών (έρευνα και ανάπτυξη, μεταφορές, περιβάλλον, κλπ.), αν θέλουμε να βρίσκονται όλα τα Κράτη μέλη σε ίδιες συνθήκες για να εκπληρώσουν τους φιλόδοξους ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους τους το 2030.

Εκτός από το να λαμβάνεται υπόψη το κλιματικό ζήτημα σε όλες τις πολιτικές, θα είναι αναγκαία και η δημιουργία ειδικών οργάνων, όπως το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (ΤΔΜ), για το οποίο έχει μιλήσει λεπτομερώς ο τελευταίος Ισπανός Επίτροπος για την Ενέργεια και το Κλίμα, Μιγέλ Άριας Κανιέτε, έτσι ώστε να δοθεί στήριξη στις χώρες που ξεκινούν από δυσμενέστερη αφετηρία για να φτάσουν τους στόχους τους αλλά επίσης και για να επιβραβευθούν όσες είναι διατιθέμενες να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι χώρες με υψηλό ποσοστό ανεργίας, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, θα πρέπει να φροντίσουν να γίνει αυτή η μετάβαση ο κινητήρας για νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας. Στις εθνικές ενεργειακές διασυνδέσεις, και κυρίως στις διεθνείς, η Ισπανία και η Ελλάδα, ως χώρες της περιφέρειας, θα χρειαστούν την κοινοτική παρουσία. Ως εκ τούτου, έχω την πεποίθηση ότι, και λόγω των γεωγραφικών ομοιοτήτων, το ζήτημα αυτό θα αποτελέσει – όπως συνέβη και με την περίπτωση πολλών κοινοτικών πολιτικών, από την αγροτική πολιτική μέχρι την οικονομική και κοινωνική συνοχή – έναν κατ’ εξοχή τομέα συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ της Ισπανίας και της Ελλάδας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύντομα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα συζητήσει την επονομαζόμενη ‘κλιματική ουδετερότητα’ για το έτος 2050, δηλαδή τη δυνατότητα να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να εξασφαλίσει το 2050 μια οικονομία ελεύθερη από εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και εντελώς απεξαρτημένη από τον λιγνίτη. Αυτός ο μακροπρόθεσμος πολιτικός στόχος θα απαιτήσει μια “European Green Deal”, όπως ήδη έχει αναφέρει η νέα Πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στα πλαίσια της οποίας τα Κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας και της Ελλάδας, θα πρέπει να καταβάλλουμε εντονότερες προσπάθειες για πρόσθετες μειώσεις εκπομπών που θα μας επιτρέψουν να κατακτήσουμε τους ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους το 2050.

Όλες οι απαιτούμενες προσπάθειες μοιάζουν ελάχιστες μέχρι να μπορέσουμε να εγγυηθούμε μακροπρόθεσμα έναν αειφόρο πλανήτη. Γι’ αυτό, βραχυπρόθεσμα, όλους μάς ενδιαφέρει μια επιτυχής Διάσκεψη για το Κλίμα – COP25 στη Μαδρίτη.

* Ο Enrique Viguera είναι ο πρεσβευτής της Ισπανίας στην Ελλάδα

©Πηγή: amna.gr