Η τουρκική ήττα του Παρισιού και των Βρυξελλών

Η τουρκική ήττα του Παρισιού και των Βρυξελλών

του Marc Semo (*)

Πρόκειται για μια αδιαμφισβήτητη πανωλεθρία ύστερα από τόσες χαμένες μάχες στη Συρία. Και, παραδόξως, ο αρχιτέκτονας είναι μια χώρα του ΝΑΤΟ. «Η Τουρκία έπαιξε τον ρόλο του πολιορκητικού κριού για την εκδίωξη των δυτικών δυνάμεων, με τον Βλαντίμιρ Πούτιν να εκμεταλλεύεται στη συνέχεια το στρατηγικό λάθος του Ντόναλντ Τραμπ για να αυξήσει το πολιτικό του κεφάλαιο στην περιοχή», σημειώνει ο Ζαν-Σιλβέστρ Μονγκρενιέ, από το Ινστιτούτο Thomas More. Δεκαέξι χρόνια μετά την καταστροφική τους επέμβαση στο Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν εκ των πραγμάτων στη Ρωσία του Πούτιν τον ρόλο του χωροφύλακα της περιοχής. Στο Σότσι, ο Ρώσος πρόεδρος και ο Τούρκος ομόλογός του επικυρώνουν την αβέβαιη κατάπαυση του πυρός που διαπραγματεύτηκαν στις 17 Οκτωβρίου ο Ερντογάν και ο αντιπρόεδρος Πενς.

Η ήττα αυτή είναι όμως και ήττα των Ευρωπαίων, και πρώτα απ’ όλα της Γαλλίας του Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος στην εξωτερική πολιτική ανέλαβε ηγετικό ρόλο μετά την απομόνωση της Βρετανίας λόγω Brexit και την αποδυνάμωση της Γερμανίας λόγω της πολιτικής δύσης της Άγγελλα Μέρκελ. Η αποτυχία στη Συρία αποτυπώνει τα όρια της ενεργής του διπλωματίας. Ελλείψει επαρκών στρατιωτικών μέσων, οι Γάλλοι είναι αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν κι εκείνοι τις κουρδικές δυνάμεις στην τύχη τους.

H επιλογή αυτή είναι ακόμη πιο οδυνηρή για το Παρίσι αν σκεφτεί κανείς ότι υπάρχει μια ισχυρή γαλλοκουρδική σχέση ήδη από την εποχή του Μιτεράν: τον Απρίλιο του 1991, μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου και τη συντριβή της κουρδικής εξέγερσης από τον Σαντάμ Χουσεϊν, η Γαλλία είχε αναλάβει την πρωτοβουλία να εγκαθιδρυθεί μια ζώνη ασφαλείας στο βόρειο Ιράκ και να δημιουργηθεί μια περιφερειακή οντότητα ανεξάρτητη από τη Βαγδάτη. Ένα τέτοιο σενάριο θα ήταν σήμερα αδιανόητο.

Παρά τον αυταρχισμό του Ερντογάν, η Τουρκία δεν είναι το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν. Και τα μέσα πίεσης είναι πολύ πιο περιορισμένα. Αν η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να απειλεί την Άγκυρα με οικονομικό κατακλυσμό, οι γαλλικές αρχές και οι εταίροι τους στην Ένωση περιορίζονται στις νουθεσίες. Το εμπάργκο όπλων που αποφασίστηκε από ορισμένες χώρες δεν θα έχει αποτελέσματα σε αυτές τις επιχειρήσεις.

Η τουρκική ιστορία είναι ένας πραγματικός πονοκέφαλος. Η στρατιωτική φυγή προς τα εμπρός του Ερντογάν θέτει εκ νέου ερωτήματα για τη θέση της Τουρκίας στη Συμμαχία. Η στρατιωτική αυτή περιπέτεια απειλεί όμως να δώσει και τη χαριστική βολή στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, που ξεκίνησαν το 2005 και έχουν πέσει τώρα σε βαθύ κώμα.

«Στο ΝΑΤΟ δεν υπάρχει μηχανισμός που να επιτρέπει την εκδίωξη ενός μέλους», παρατηρεί ο Μπρινό Τερτρέ, υποδιευθυντής του Ιδρύματος για τη στρατηγική έρευνα. Η Άγκυρα διατηρεί όλες τις δυνατότητες διατάραξης της Συμμαχίας. «Σε αντίποινα στις αμερικανικές πιέσεις, η Τουρκία θα μπορούσε να αποφασίσει ότι δεν θέλει πλέον αμερικανικά πυρηνικά όπλα στο έδαφός της, κάτι που θα έθετε υπό αμφισβήτηση την πυρηνική δυνατότητα του ΝΑΤΟ. Θα μπορούσε επίσης να αναστείλει τη συμμετοχή της στο στρατιωτικό σκέλος, όπως έκαναν παλιότερα η Γαλλία ή η Ελλάδα. Μια έξοδος της Τουρκίας από τη Συμμαχία, αντίθετα, δεν θα ήταν προς το συμφέρον καμιάς από τις δύο πλευρές».

Η ΕΕ είναι επίσης αδύναμη. Κάθε σημαντική απόφαση, όπως η επιβολή κυρώσεων, απαιτεί μια ομοφωνία που είναι αδύνατον να επιτευχθεί, έστω κι αν οι «28» καταδίκασαν από κοινού την τουρκική επίθεση. Με την τελωνειακή ένωση, η Τουρκία είναι εκ των πραγμάτων πλήρως ενταγμένη στην ενιαία αγορά. Και η Ένωση βρίσκεται σε θέση ψυχολογικής κατωτερότητας απέναντι στην Άγκυρα λόγω της συμφωνίας του 2015 για τους πρόσφυγες. Όπως επισημαίνει όμως ο Τερτρέ, οι Ευρωπαίοι διαθέτουν ακόμη κάποια μέσα πίεσης, όπως η πολιτική για τη βίζα και την ελεύθερη κυκλοφορία, το εμπόριο και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα δεδομένα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο αν σκεφτεί κανείς ότι η Γαλλία, όπως και οι Ευρωπαίοι, πρέπει να βρει ένα modus vivendi με την Άγκυρα και ότι ο Ερντογάν βγαίνει από τη διπλωματική του απομόνωση. «Πρέπει να κάνουμε με την Τουρκία αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε με τη Ρωσία, όσο κι αν οι διαφορές μας είναι μικρότερες», παρατηρεί ο Μισέλ Ντικλό, πρώην πρέσβης και ειδικός σύμβουλος του Ινστιτούτου Montaigne, υπενθυμίζοντας τη σημασία της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας.

(*) Ο Μαρκ Σεμό είναι αρθρογράφος της Monde

(Πηγή: Le Monde)

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Ιδέες και Απόψεις» του ΑΠΕ-ΜΠΕ δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του Πρακτορείου.

©Πηγή: amna.gr